Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Η περίπτωση "Χαβιέρ Εγέα"





Η άναρθρη κραυγή του Χαβιέρ Εγέα







Ο Χαβιέρ Εγέα (Javier Egea) γεννήθηκε στην πόλη της Γρανάδα το 1952 και θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς ισπανούς ποιητές της δεκαετίας του ‘ 80. Μαζί με τον Λουίς Γκαρθία Μοντέρο (Luis Garcia Montero) και τον Άλβαρο Σαλβαδόρ (Álvaro Salvador)είναι οι πνευματικοί πατέρες του ποιητικού κινήματος, «Η άλλη συναισθηματικότητα», ή αλλιώς «La otra Sentimentalidad», όπως ονομάζεται ο όρος στα ισπανικά. Η βασική ιδέα της ποιητικής αυτής θεωρίας εκλαμβάνει την ποίηση ως αποτέλεσμα μιας, ατομικής μεν, ηθικής διεργασίας και σκέψης ενός υποκειμένου που υπάρχει, ωστόσο, σε άμεση συνάρτηση με τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες που το περιβάλλουν. «Radical historicidad» είναι ο όρος που επινοήθηκε από τον μελετητή Χουάν Κάρλος Ροντρίγκεθ για να εξηγήσει ακριβώς αυτήν την άποψη σύμφωνα με την οποία τόσο η λογοτεχνία, όσο και οι συγγραφείς δεν αποτελούν παρά γέννημα-θρέμμα της ιστορίας, εκφράζοντας έτσι τις μαρξιστικές θεωρίες του Λουί Αλτουσέρ και την ψυχοαναλυτική και φιλοσοφική θεωρία του Σίγκμουντ Φρόυντ.

Ο Χαβιέρ Εγέα, αν και ορόσημο της γενιάς του, θεωρείται από πολλούς μελετητές του ανεξήγητα παραμελημμένος όσον αφορά την επίσημη θέση ή την υστεροφημία που του επιφύλαξε η ιστορία (ή όσοι γράφουν, για να ακριβολογούμε, την ιστορία), όπως αυτή μετριέται συνήθως μέσα από την έκδοση ανθολογιών, τιμητικών εκδόσεων ή βραβείων.

Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές:  «Serena luz del viento»  1974, «A boca de parir»  1976, «Troppo Mare»  1980, «Paseo de los tristes» 1982, «La otra sentimentalidad»  1983, και  «Raro de Luna»,  1990 και τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Ποίησης «Juan Ramón Jiménez».
Αυτοκτόνησε στο σπίτι του στη Γρανάδα στις 29 Ιουλίου του 1999, συνέπεια της βαθιάς κατάθλιψης από την οποία έπασχε.             


Τα ποιήματα που ακολουθούν και ολοκληρώνουν το αφιέρωμα αυτό είναι από την συλλογή «Paseo de los Tristes» ή αλλιώς «Το πέρασμα των λυπημένων» (1982) και πρωτοδημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο Eyelands,  www.eyelands.gr



"σου γράφω εκ νέου..."


Ποιήματα









1.

Εκείνοι, οι νικητές...
Luis Cernuda
Ανάμεσα σε τέσσερεις τοίχους
άρχιζε η νύχτα της πολιορκίας.

Εκείνοι, οι δολοφόνοι,
τραβούσαν τη μακριά λαιμαριά των σκύλων.

Η πείνα στα σεντόνια σφίγγονταν
σκοτεινή σα δόκανο.

Εκείνοι, οι δολοφόνοι,
μας έβαλαν το ψωμί πάνω σε μερικά όμορφα μάτια.

Πεθάναμε όλοι σιγά σιγά
μέχρι που όλα έγιναν πάλι έρημα.

Εκείνοι, οι δολοφόνοι,
παρακολουθούσαν το κυνήγι του έρωτα σιωπηλοί. 


2.

Δεν έρχεται κανείς, κανείς
σ’ αυτό το λιμάνι

                                  και την αυγή

όλα είναι ήσυχα, καθάριο το νερό
και το λουλακί που εντείνεται απ’ τον καπνό
κι είναι το σπίτι ανοιχτό
και κανείς κανείς κανείς.








3.



Γιατί έρχεσαι, αγάπη μου, αφού δεν υπάρχει πια κανείς,
δεν έμεινε ούτε ένας σκύλος, ούτε ένα στάχυ,
αφού κατέρρευσαν οι σημαίες
αφού όλα γκρεμίστηκαν μπροστά στα μάτια σου;

Γιατί έρχεσαι, αγάπη μου, αφού είναι άλλο σπίτι,
άλλο ουρλιαχτό το απόγευμα κι άλλος κάμπος
κι άλλη φλόγα φουντώνει στη στέγη
κι ένα καινούργιο βλέμμα με απειλεί;



4.


Ουτέ καν ο θάνατος, ούτε τα μάτια σου.
Ούτε καν ο έρωτας.
Δεν μπορούμε να εξοφλήσουμε σε μια στιγμή
το τίμημα του πόνου.





Χειρόγραφο του ποιητή



5.


«... τα νερά της λησμονιάς»
                               Γκαρθιλάσο

«Είναι κάτι χτυπήματα της μοίρας, τόσο δυνατά... τί να πω!»
                                                                                  Θέσαρ Βαγιέχο


Σου γράφω εκ νέου από ένα παγωμένο απόγευμα
απ’ αυτά που λυγίζει κανείς κάτω απ’ το βάρος των συναισθημάτων
κι η εμμονή- αυτό το ράκος της μοναξιάς-
σε τσακίζει, σε καταλαμβάνει, πιάνει θέση στο κορμί σου
και, το πιο επικίνδυνο, σου ρίχνει φως, σε ανακρίνει. 

Και βλέπεις ότι τα περιθώρια στενεύουν,
τα γράμματα συσσωρεύονται
και νιώθεις το αδύνατο κενό,
τον χώρο που ποτέ δεν μοιραστήκαμε
κι αυτό το όμορφο τέχνασμα που είναι το να διηγείσαι την ζωή σου
γεμίζοντας με ιστορία κι όνειρα
τις ψυχρές σελίδες του πόνου
που τόσο μου θυμίζουν τους μηρούς ή την πλάτη σου.
Για χάρη τους μπάρκαρα τόσο καιρό,
πάνω τους έμαθα τόσα παράξενα πράγματα,
τόσα θαλασσινά χτυπήματα,
που μοιάζει αδύνατο να σε ξεχάσω έτσι απλά, μονομιάς,
όπως πετά κανείς το φως έξω απ’ το παράθυρο,
όπως στερεύει κανείς ξαφνικά από ελπίδα.

Ποιός μπορεί ν’ απαντήσει χωρίς καμιά παγίδα
στις πολυκαιρινές ερωτήσεις, απολιθωμένες,
που είναι κομμάτι του;

 Ποιός θα διασχίσει μ’ ένα πήδημα το νερό της λησμονιάς
χωρίς να νιώσει πώς καίει το δέρμα η έκπληξη μιας μέρας,
τα σεντόνια μιας μέρας, τα σώματα που προσφέρονται το ένα στο άλλο,
οι μαύροι κύκλοι της απόλαυση το ξημέρωμα;

Δεν θα μας εκπλήξει ξανά ο έρωτας,
αυτό το παιχνίδι με ναυαγούς και σεντούκια,
με το ανοιχτό του χέρι,
δεν θ’ αφήσει στην αμμουδιά ενός ώμου
σαν ασημένιο φύκι που ξαποσταίνει
το λαμπερό σάλιο του πόθου;

Είναι κάτι χτυπήματα της μοίρας, τόσο δυνατά... τί να πω!

Γι’ αυτό πρέπει να σου πω- έστω και γραπτώς-
ότι είναι το σπίτι ανοιχτό για σένα,
ότι σε περιμένουν τα βιβλία, το τσάι, η μοναξιά μου,
η αβεβαιότητα τα κυριακάτικα απογεύματα,
η μικρή αλήθεια
που δεν κρατιέται όρθια χωρίς τα λόγια σου. 

Δεν είναι δυνατό να ξέρει κανείς όταν όλα σωπαίνουν
και η ζωή κατάντησε μια ρυπαρή γωνιά
αν μας πρόδωσε το προαίσθημα
ή ίσως να’ ναι η αγορά που μας κατάπιε σιγά σιγά
με τις προξενήτρες και τον αλαλαγμό της,
που δεν ξέραμε να κοιταχτούμε ή να μιλήσουμε
ανάμεσα σε διαφημίσεις για φωτεινές σούπες,
υποσχέσεις και μεγάφωνα
που διακύρρηταν τις τελευταίες προσφορές
ευτυχίας.

Θα’ ναι που φέρουμε αναπόφευκτα
μια γλώσσα σάπια που πικραίνει τον ουρανίσκο
και σε κάνει να φτύνεις στα μισά της επείγουσας ανάγκης
όταν όλη η ιστορία συνοψίζεται
στο να πούμε ότι, ναι, αγαπιόμαστε.

Και τα χτυπήματα, τόσο δυνατά, το νερό της λησμονιάς,
                                                                       τόσο βαθύ... τί να πω!

Είναι πράγματα στη ζωή
που λύνονται μόνο δίπλα σ’ ένα κορμί που αγαπά.

Και γράμματα που γράφονται
όταν η βιάση μπήγει το κεντρί της
και σ’ αφήνει να κρέμεσαι απ’ το χείλος
και σου’ ρχεται η σκέψη
ότι είναι πιθανό να μην γνωρίσαμε ο ένας τον άλλο
παρόλο που ζήσαμε το ίδιο κρύο,
την ίδια εκμετάλλευση,
την ίδια δέσμευση να τα βγάλουμε πέρα
παρά τον πόνο.