Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013

Το λογοτεχνικό «Βoom» της Λατινικής Αμερικής έκλεισε 50 χρόνια...


Το «Boom latinoamericano» είναι κάτι παραπάνω από μια απλή έκρηξη...   



Μια σύντομη επισκόπηση 





Ο όρος «boom latinoamericano» αναφέρεται σε μια περίοδο έντονης ακμής της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας και την προβολή της σ’ όλόκληρη την Ευρώπη, μέσω της εμφάνισης συγγραφέων, όπως ο Χούλιο Κορτάθαρ (Julio Cortazar), ο Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες (Gabriel García Marques), ο Μάριο Βάργκας Λιόσα (Mario Bargas Lliosa) και ο Κάρλος Φουέντες  (Carlos Fuentes), μεταξύ άλλων. Πρόκειται, όπως έχει χαρακτηριστεί, για ένα καθόλα εκδοτικό και λογοτεχνικό φαινόμενο με τεράστια απήχηση όχι μόνο στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και έξω απ’ αυτήν ,στην «μοντέρνα Ευρώπη» που αποτελούσε πάντα έναν στόχο προς κατάκτηση για τους διανοούμενους των χωρών του boom. Στον απόηχο του Ψυχρού Πολέμου και μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης της Κούβας το 1959, η δεκαετία 1960- 1970 αποδείχτηκε μια ιδιαίτερα φορτισμένη πολιτικά περίοδος για την Λατινική Αμερική και αποτέλεσε βάση και γόνιμο έδαφος για τη γενιά του «Boom». Τα έργα των συγγραφέων της εποχής αυτής διερεύνησαν και άνοιξαν νέα λογοτεχνικά μονοπάτια. Marcel Proust, James Joyce, Thomas Mann, Jean Paul Sartre και William Faulkner μεταξύ άλλων, ήταν οι κυρίαρχες λογοτεχνικές επιρροές, αλλά οι συγγραφείς της γενιάς του boom αναζήτησαν και άρθρωσαν τη δική τους φωνή, μέσω της εθνικής τους ταυτότητας και των προσωπικών τους- πολιτικών και κοινωνικών- βιωμάτων. Η ιδεολογική τους ταύτιση με την Επανάσταση της Κούβας, η «νέα εποχή» που αυτή οραματίζονταν και γενικότερα οι ιδέες της Αριστεράς, σε αντιπαράθεση με τα ουκ ολίγα φασιστικά στρατιωτικά πραξικοπήματα που έπληξαν πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής (πχ. η περίπτωση της Χιλής και το πραξικόπημα του Πινοτσέτ το 1973) αποτέλεσαν αποφασιστικούς παράγοντες που στιγμάτισαν και ώθησαν την πένα τους. Είτε μέσω των ταξιδιών, είτε μέσω των μεταφραστών τους, είτε ακόμα και μέσα από την εξορία, τα έργα αυτά ήταν τα πρώτα μυθιστορήματα και διηγήματα που βγήκαν εκτός των συνόρων της América Latina, δημιουργώντας μια αντίστοιχη γενιά αναγνωστών, τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Αμερική. Στην πλειοψηφία τους, οι συγγραφείς αυτοί κατάφεραν όχι μόνο να γίνουν γνωστοί σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό- στρέφοντας τα βλέμματα όλου του κόσμου στην «μικρή τους χώρα»- αλλά απέκτησαν την οικονομική δυνατότητα να  ασχοληθούν επαγγελματικά με τη συγγραφή μέσω των εκδοτικών συμβολαίων και την συνεπαγόμενη προβολή που τους πρόσφερε ο Καταλανικός εκδοτικός οίκος, Seix Barral.


Χρονικό σχεδιάγραμμα του boom


Ποιά είναι, όμως, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής της γραφής; Αυτού του τρόπου γραψίματος που έπεσε σαν «κεραυνός εν αιθρία» στο τότε λογοτεχνικό γίγνεσθαι;

Η μη οριζόντια διαχείριση του λογοτεχνικού χρόνου, οι νεολογισμοί, η επινόηση δηλαδή καινούργιων λέξεων ή φράσων, τα ευφυή λεκτικά παιχνίδια, η χρήση πολλαπλών αφηγηματικών φωνών, η παρουσίαση των πολλαπλών οπτικών γωνιών του ίδιου θέματος, που έκανε πολλά από τα έργα αυτά να μοιάζουν με κυβιστικά δημιουργήματα. Σύμφωνα με τους μελετητές της, η λογοτεχνία του «boom» έσπασε τα σύνορα μεταξύ του φανταστικού και του πραγματικού, αντιστρέφοντας σε πολλές περιπτώσεις τους μεταξύ τους ρόλους και πάντρεψε στοιχεία του αγροτικού κόσμου και της αστικής κοινωνίας.  

Έτσι, μέσα από μια μείξη ιστορικών στοιχείων, τοπικών μύθων και παραδόσεων, και αναζητώντας μια σύγχρονη εθνική ταυτότητα καλλιέργησαν περισσότερο από ποτέ τον λεγόμενο «μαγικό ρεαλισμό», κύριος εκφραστής του οποίου θεωρείται ο Γκαρθία Μάρκες και το έργο του «Εκατό χρόνια μοναξιά», το 1967.         
   




Θα κάνω εδώ μια μικρή διάκριση και θα ομολογήσω, παρά την δημοσιογραφική μου αμεροληψία, την ιδιαίτερη αδυναμία που τρέφω σαν αναγνώστης στο πρόσωπο ένος εκ των τεσσάρων ανωτέρω ιερών τεράτων της πένας. Ομολογώ, λοιπόν, πως αγαπώ ιδιαίτερα τον μουσάτο Χούλιο. Τον Χούλιο Κορτάθαρ. Ναι, αυτόν. Γι' αυτόν θα σας μιλήσω παρακάτω. Γι' αυτόν θα μεταφράσω...  






O Χούλιο Κορτάθαρ (Julio Cortazar, 1914- 1984), συγγραφέας και μεταφραστής αργεντίνικης καταγωγής, γεννήθηκε στο Βέλγιο αλλά πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στο Παρίσι, όπου και απεβίωσε το 1984. Το 1981 του δόθηκε η γαλλική υπηκοότητα. Η  «Πόλη του Φωτός», αλλά και το Μπουένος Άιρες, αποτέλεσαν πολλές φορές το φόντο των έργων του Κορτάθαρ, τόσο  ώστε σε πολλές περιπτώσες οι πόλεις αυτές να συνδέονται σήμερα στενά για τους θαυμαστές του έργου του με τον συγγραφέα που τις ύμνησε με τρόπο ξεχωριστό.   
Όσο για τη συγγραφική του δεινότητα, πέρα από τα ταξίδια του- πέρασε σύντομα διαστήματα στην Ιταλία, την Σουηδία, την Ισπανία, την Πολωνία- αυτή είναι αδιαμφισβήτητη. Ο Χούλιο Κορτάθαρ θεωρείται ένας από τους πιο καινοτόμους και ρηξικέλευθους συγγραφείς, αυθεντία στη συγγραφή διηγημάτων, στην ποιητική πρόζα και γενικότερα στον τομέα της σύντομης αφήγησης. Πολλοί τον συγκρίνουν με τον Μπόρχες, τον Τσέχοφ ή τον Πόε (του οποίου τα άπαντα μετέφρασε στα Ισπανικά) . Τα έργα του, δημιουργήματα που έσπασαν τα παραδοσιακά καλούπια γραφής της εποχής του, πρόσφεραν στο κοινό ένα νέο είδος λογοτεχνίας στην οποία ο χρόνος δεν είναι γραμμικός, τα σύνορα μεταξύ του φανταστικού και του πραγματικού συγχέονται αναπάντεχα και οι ήρωες αποκτούν ένα πρωτόγνωρο συναισθηματικό βάθος και μια αυτονομία που εκλήσσει.  Γι’ αυτό το λόγο, το έργο του Κορτάθαρ αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί σημείο αναφοράς της σύγχρονης ισπανόφωνης λογοτεχνίας.
Ωστόσο, παρά το πλήθος των βιβλίων που άφησε πίσω του, ο συγγραφέας έγινε ευρύτερα γνωστός χάρη στο μυθιστόρημα του «Το Κουτσό» (La Rayuela, 1963), το οποίο κατέχει κεντρική θέση στο «boom latinoamericano». Το πρωτοποριακό  αυτό έργο θεωρείται ένα από τα πρώτα σουρεαλιστικά μυθιστορήματα της αργεντίνικης λογοτεχνίας, ενώ έχει συμπεριληφθεί πολλές φορές στις λίστες με τα καλύτερα έργα του 20ου αιώνα. Πρόκειται για ένα λογοτεχνικό εγχείρημα χωρίς προηγούμενο, μιας και ο Κορτάθαρ μας παρουσιάζει ένα μυθιστόρημα 155 κεφαλαίων τα οποία μπορούν να διαβαστούν με όποια σειρά θέλει ο αναγνώστης!   




Ο Χούλιο Κορτάθαρ έχει μείνει στην ιστορία, όχι μόνο ως συγγραφέας και μεταφραστής, αλλά και σαν διανοούμενος του καιρού του. Πολλά από όσα αποτελούσαν το προσωπικό του σύμπαν- καλλιτέχνες, βιβλία, ζωγραφικοί πίνακες, μουσικά ρεύματα- μετουσιώθηκαν στο «Κουτσό» δημιουργώντας ένα παράλληλο σύμπαν με αυτό των ηρώων του βιβλίου, στο οποίο κατοικούν μεταξύ άλλων οι Roberto Arlt, Louis Armstrong, Antonin Artaud, Baudelaire, Faulkner, Juan Filloy, Goethe, Homero, Paul Klee, François Mauriac, Joan Miró, Piet Mondrian, Thelonious Monk, Charlie Parker, Rembrandt, san Agustín, Erik Satie, Igor Stravinsky, Dylan Thomas, Hugo Wolf, Bessie Smith.



 
Η κριτική τον κατατάσσει συνήθως στους κόλπους των σουρεαλιστών λόγω της στενής σχέσης του έργου του με το φανταστικό, την αναίρεση των συνόρων μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, το παιχνίδι. Αυτήν την παιχνιδιάρικη διάθεση που διαπερνά όλα ανεξαιρέτως τα κείμενα του...

Julio Cortázar dixit:     

"Από πολύ μικρός αποτέλεσε για μένα ευχή και κατάρα ταυτόχρονα το γεγονός ότι δεν αποδεχόμουν τα πράγματα όπως αυτά μου δίνοταν. Δεν μου αρκούσε όταν μου έλεγαν ότι αυτό είναι ένα τραπέζι, ή ότι η λέξη «μητέρα» είναι η λέξη «μητέρα» και τίποτε παραπάνω. Αντίθετα, από το αντικείμενο «τραπέζι», ή από την λέξη «μητέρα», άρχιζε για μένα μια μυστική διαδρομή μέσα στην οποία, υπήρχαν φορές, που κατάφερνα να χαθώ και άλλες να σμπαραλιαστώ.  
Με λίγα λόγια, από μικρός η σχέση μου με τις λέξεις, με την γραφή, δεν διέφερε από τη σχέση μου με τον κόσμο γενικά. Μοιάζει σαν έχω γεννηθεί για να μην αποδέχομαι τα πράγματα, όπως αυτά που δίνονται”.
      

"Το αίσθημα του φανταστικού"



Το φανταστικό και το μυστηριώδες δεν είναι μόνο οι μεγάλες φαντασιώσεις του κινηματογράφου, της λογοτεχνίας, των διηγήματων και των μυθιστορημάτων. Είναι παρόν μέσα σ’ εμάς τους ίδιους, σ’ αυτό που είναι ο ψυχισμός μας, που ούτε η επιστήμη, ούτε η φιλοσοφία δεν καταφέρνουν να εξηγήσουν παρά μονάχα με τρόπο στοιχειώδη και υποτυπώδη.  

 Για του λόγου το αληθές διηγείται την παρακάτω αληθινή (;) ιστορία: 


Πριν ένα χρόνο έλαβα ένα γράμμα από την Νέα Υόρκη, το οποίο υπέγραφε κάποιος ονόματι John Howell. Ο άνθρωπος αυτός μου έλεγε τα εξής: «Ονομάζομαι John Howell, είμαι φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Κολούμπια και μου συνέβη το παρακάτω: Είχα διαβάσει διάφορα βιβλία σας τα οποία μου είχαν αρέσει και είχα βρει ενδιαφέροντα, σε τέτοιο βαθμό που ταξιδέψα στο Παρίσι πριν δυο χρόνια και μόνο από συστολή δεν τόλμησα να σας βρω και να μιλήσω μαζί σας. Στο ξενοδοχείο έγραψα ένα διήγημα του οποίου πρωταγωνιστής είστε εσείς, δηλαδή καθώς το Παρίσι μου άρεσε τόσο και εσείς ζείτε στο Παρίσι, μου φάνηκε σαν ένα αφιέρωμα, μια απόδειξη φιλίας, αν και δεν γνωριζόμασταν, το να σας βάλω να παρεμβαίνετε σ’ αυτό σαν ήρωας. Αργότερα, επέστρεψα στη Νέα Υόρκη, συναντήθηκα μ’ ένα φίλο μου που έχει μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα και με παρακίνησε να συμμετάχω σε μια παράσταση. Εγώ δεν είμαι ηθοποιός, έλεγε ο John, και δεν είχα πολύ όρεξη να το κάνω, αλλά ο φίλος μου επέμεινε γιατί ένας από τους ηθοποιούς είχε αρρωστήσει. Αφού επέμεινε, εγώ έμαθα τον ρόλο μου μέσα σε δυο τρεις μέρες και το διασκέδασα αρκετά. Τότε ήταν που μπήκα σ’ ένα βιβλιοπωλείο και έπεσα πάνω σε μια συλλογή διηγημάτων σας, η οποίο περιείχε ένα διήγημα με τίτλο «Οδηγίες για τον John Howell». Πώς το εξηγείτε αυτό; Πρόσθετε. Πώς είναι δυνατόν εσείς να γράψατε ένα διήγημα για κάποιον που μπαίνει επίσης κατά κάποιον τρόπο κατόπιν πίεσης στον κόσμο του θεάτρου, κι εγώ, ο John Howell, να έγραψα στο Παρίσι ένα διήγημα για κάποιον που ονομάζεται Julio Cortázar;»


Διάλεξη στο πανεπιστήμιο U.C.A.B. (Universidad Católica Andrés Bello)



Ακολουθεί ένα σύντομο κείμενο του Κορτάθαρ, ένα ακόμη μικρό δείγμα της ανορθοδοξίας (βλ. σουρεαλισμός) της σκέψης και της γραφής του ξεχωριστού αυτού συγγραφέα:


"Οδηγίες- παραδείγματα σχετικά με τον τρόπο που φοβόμαστε"

(Τιτλ. Πρωτ. Instrucciones-ejemplos sobre la forma de tener miedo)

Σ’ ένα χωριό της Σκωτίας πουλάνε βιβλία με μια λευκή σελίδα χαμένη σε κάποιο σημείο του τόμου. Αν κάποιος αναγνώστης πέσει πάνω σ’ αυτή τη σελίδα στις τρεις το απόγευμα, πεθαίνει.


Στην πλατεία Quirinal, στη Ρώμη, υπάρχει ένα σημείο το οποίο γνώριζαν οι μυημένοι μέχρι τον 19ο αιώνα και από το οποίο, όταν έχει πανσέληνο, μπορεί να δει κανείς να κινούνται αργά τα αγάλματα των Διόσκουρων που παλεύουν με τα αφηνιασμένα τους μαλλιά.  


Στο Αμάλφι, στο τέλος της παραθαλάσσιας ζώνης, υπάρχει ένας μώλος που τη νύχτα μπαίνει στη θάλασσα. Πέρα από τον τελευταίο φανοστάτη, ακούγεται το γαύβγισμα ενός σκύλου.



Ένας κύριος απλώνει οδοντόκρεμα στην οδοντόβουρτσα. Ξαφνικά, βλέπει ξαπλωμένη μπρούμυτα, μια μικροσκοπική εικόνα γυναίκας, από κοράλι ή από βαμμένο ψύχουλο ψωμιού.   


Ανοίγοντας την ντουλάπα για να πάρει ένα πουκάμισο, πέφτει ένα παλιό αλμανάκ το οποίο ανοίγει, διαλύεται, καλύπτει το λευκό ρούχο με χιλιάδες βρώμικες πεταλούδες από χαρτί.  


Λένε για έναν ταξιδευτή έμπορο ότι άρχισε να του πονάει ο καρπός του αριστερού χεριού του, ακριβώς κάτω από το ρολόι. Τραβώντας το ρολόι, βγήκε αίμα. Η πληγή φανέρωνε ίχνη πολύ μικρών δοντιών.



Ο γιατρός τελειώνει την εξέταση και μας καθησυχάζει. Η στιβαρή και ζεστή φωνή του περνάει στην απαρρίθμηση των φαρμάκων τα οποία τώρα συνταγογραφεί, καθισμένος πίσω από το γραφείο του. Που και που σηκώνει το κεφάλι και χαμογελάει, ενθαρρύνοντας μας. Δεν είναι σοβαρό, σε μια βδομάδα θα είμαστε καλά. Βυθιζόμαστε στην πολυθρόνα μας ευτυχισμένοι και κοιτάμε γύρω μας αφηρημένα. Ξαφνικά, στην σκιά κάτω από το γραφείο βλέπουμε τα πόδια του γιατρού. Έχει ανεβάσει το παντελόνι ως τα μπούτια και φοράει γυναικείο καλσόν.     



Από το βιβλίο   
"Historias de cronopios y de famas", 1962